Γράφει η Μαρία Ζούζουλα
Φιλόλογος, Φοιτήτρια Τμήματος Ψυχολογίας, Εκπαιδευόμενη σε Συμβουλευτικές και Ψυχοθεραπευτικές Προσεγγίσεις
Για χρόνια μάθαμε να μιλάμε για τη ΔΕΠ-Υ σαν να πρόκειται για μία και μοναδική κατάσταση. Άλλοι άνθρωποι δυσκολεύονται περισσότερο με την προσοχή, άλλοι με την υπερκινητικότητα ή την παρορμητικότητα, αλλά όλοι χωρούν κάτω από την ίδια διάγνωση.
Μέχρι σήμερα, η διάγνωση βασίζεται κυρίως σε όσα βλέπουμε: δυσκολία στη συγκέντρωση, υπερκινητικότητα, παρορμητικότητα.
Πώς θα μας φαινόταν όμως αν η εικόνα δεν ήταν τελικά τόσο απλή;
Μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο JAMA Psychiatry ανέλυσε μαγνητικές τομογραφίες εγκεφάλου από 1.154 παιδιά και εφήβους με ΔΕΠ-Υ και διαπίστωσε ότι ίσως δεν μιλάμε για μία ενιαία κατάσταση, αλλά για τρεις διαφορετικούς νευροβιολογικούς τύπους, με διαφορετικά πρότυπα εγκεφαλικής λειτουργίας και διαφορετική κλινική εικόνα.
Οι δύο από αυτούς μοιάζουν αρκετά με όσα ήδη γνωρίζουμε:
- ένας τύπος με κυρίαρχη την απροσεξία και
- ένας με κυρίαρχη την υπερκινητικότητα και την παρορμητικότητα.
Ο τρίτος, όμως, είναι αυτός που προκάλεσε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Η νέα μελέτη ακολούθησε μια διαφορετική διαδρομή. Οι ερευνητές δεν ξεκίνησαν από τα συμπτώματα, αλλά από τον ίδιο τον εγκέφαλο. Αναλύοντας τα μοτίβα συνδεσιμότητας και οργάνωσης διαφορετικών εγκεφαλικών περιοχών, κατέληξαν σε τρεις διακριτούς βιολογικούς τύπους.
Οι ερευνητές περιγράφουν έναν τύπο ΔΕΠ-Υ που χαρακτηρίζεται από έντονη συναισθηματική απορρύθμιση.
Πρόκειται για παιδιά που δεν δυσκολεύονται μόνο να συγκεντρωθούν ή να ελέγξουν τις παρορμήσεις τους αλλά και να διαχειριστούν τα συναισθήματά τους. Οι εκρήξεις θυμού, η δυσκολία να επανέλθουν μετά από μια απογοήτευση ή η πολύ έντονη συναισθηματική αντίδραση φαίνεται να αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό αυτού του τύπου και όχι απλώς μια "συνοδό δυσκολία".
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί η συναισθηματική απορρύθμιση δεν περιλαμβάνεται σήμερα στα βασικά διαγνωστικά κριτήρια της ΔΕΠ-Υ, παρότι πολλοί κλινικοί την παρατηρούν εδώ και χρόνια στην πράξη. Η νέα έρευνα έρχεται να ενισχύσει την άποψη ότι ίσως αυτό το στοιχείο δεν είναι περιφερειακό, αλλά κεντρικό για μια ομάδα ανθρώπων με ΔΕΠ-Υ. Η συγκεκριμένη προσέγγιση ενισχύει και μια ευρύτερη τάση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην ιατρική και την ψυχολογία: τη μετάβαση προς την εξατομικευμένη φροντίδα (personalized medicine). Αντί να θεωρούμε ότι όλοι οι άνθρωποι με την ίδια διάγνωση έχουν τις ίδιες ανάγκες, η σύγχρονη έρευνα αναζητά τους βιολογικούς, γνωστικούς και συμπεριφορικούς παράγοντες που κάνουν κάθε άτομο μοναδικό. Η ΔΕΠ-Υ, όπως φαίνεται, ίσως αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα αυτής της πολυπλοκότητας.
Για τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς, το μήνυμα της μελέτης είναι εξίσου σημαντικό. Όταν δύο παιδιά έχουν την ίδια διάγνωση αλλά παρουσιάζουν πολύ διαφορετικές δυσκολίες, αυτό δεν σημαίνει ότι ένα από τα δύο "προσπαθεί λιγότερο" ή ότι η παρέμβαση έχει αποτύχει. Ίσως σημαίνει ότι η ΔΕΠ-Υ εκφράζεται διαφορετικά στον καθένα και ότι οι ανάγκες τους δεν μπορούν να καλυφθούν με μία μόνο εκπαιδευτική ή θεραπευτική προσέγγιση. Η επιστήμη μας καλεί να εγκαταλείψουμε τις γενικεύσεις και να δούμε το κάθε παιδί ως μια ξεχωριστή περίπτωση με τα δικά του δυνατά σημεία, τις δικές του δυσκολίες και τις δικές του δυνατότητες εξέλιξης.
Εγκαταλείποντας τις έτοιμες λύσεις στη ΔΕΠ-Υ
Βέβαια,εδώ χρειάζεται προσοχή. Το γεγονός ότι εντοπίστηκαν τρεις βιολογικοί τύποι δεν σημαίνει ότι από αύριο αλλάζει ο τρόπος διάγνωσης. Η μαγνητική τομογραφία δεν αποτελεί εργαλείο διάγνωσης της ΔΕΠ-Υ και οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι απαιτούνται περισσότερες μελέτες πριν αυτά τα ευρήματα μεταφραστούν στην καθημερινή κλινική πράξη.
Ωστόσο, η μελέτη ανοίγει έναν πολύ ενδιαφέροντα δρόμο. Αν διαφορετικοί άνθρωποι με ΔΕΠ-Υ έχουν διαφορετικούς νευροβιολογικούς μηχανισμούς, ίσως στο μέλλον να μην μιλάμε μόνο για εξατομικευμένη εκπαίδευση, αλλά και για εξατομικευμένη θεραπεία και υποστήριξη. Κάποια παιδιά μπορεί να ανταποκρίνονται καλύτερα σε συγκεκριμένες παρεμβάσεις, ενώ άλλα να χρειάζονται διαφορετικές στρατηγικές ή συνδυασμούς θεραπευτικών προσεγγίσεων.
Επιπλέον,η μελέτη αυτή έρχεται να μας θυμίσει και κάτι ακόμη:οι διαγνώσεις δεν είναι κουτιά που χωράνε όλους τους ανθρώπους αλλά εργαλεία κατανόησης. Για δεκαετίες η επιστήμη προσπαθούσε να εντοπίσει τι κοινό έχουν όλοι όσοι παίρνουν τη διαγνωση της ΔΕΠ-Υ. Σήμερα το ενδιαφέρον μετατοπίζεται σταδιακά σε ένα διαφορετικό ερώτημα: με ποιούς τρόπους διαφέρουν μεταξύ τους; Η αλλαγή αυτή δεν είναι απλώς θεωρητική. Μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο που αξιολογούμε,εκπαιδεύουμε και υποστηρίζουμε παιδιά και ενήλικες,μετακινώντας το επίκεντρο από τη διάγνωση στο ίδιο το άτομο. Αν τα ευρήματα επιβεβαιωθούν και διασταυρωθούν από μελλοντικές έρευνες, ίσως βρεθούμε μπροστά σε μια νέα εποχή όπου η παρέμβαση δε σχεδιάζεται μόνο με βάση την ετικέτα της διάγνωσης αλλά με βάση το μοναδικό νευρογνωστικό και συναισθηματικό προφίλ κάθε ανθρώπου.
Νέες προοπτικές
Ίσως το σημαντικότερο μήνυμα αυτής της έρευνας να μην είναι ότι "βρέθηκαν τρεις τύποι ΔΕΠΥ", αλλά κάτι βαθύτερο.
Η επιστήμη μας υπενθυμίζει για ακόμη μία φορά ότι πίσω από κάθε διάγνωση υπάρχει ένας μοναδικός άνθρωπος. Και όσο περισσότερο κατανοούμε τη βιολογική και γνωστική ποικιλομορφία της ΔΕΠΥ, τόσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από τη λογική των έτοιμων λύσεων και πλησιάζουμε σε μια πιο εξατομικευμένη, ανθρώπινη φροντίδα. Κάθε νέα επιστημονική ανακάλυψη μας φέρνει ένα βημα πιο κοντά όχι μόνο στην καλύτερη κατανόηση της ΔΕΠ-Υ αλλά και στην κατανόηση του ίδιου του ανθρώπινου εγκεφάλου. Τελικά ίσως δεν υπάρχει μία παρέμβαση που να ταιριάζει σε όλους, αλλά να είναι η ώρα να οραματιστούμε το σχεδιασμό μιας υποστήριξης που ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες κάθε ανθρώπου.