Φώναζε, πετούσε αντικείμενα και αρνιόταν να συνεχίσει τα ψώνια. Η μητέρα του προσπαθούσε να το ηρεμήσει, εμφανώς εξαντλημένη, ενώ γύρω τους είχαν ήδη αρχίσει να στρέφονται βλέμματα. Άλλα διακριτικά και άλλα καθόλου διακριτικά.
«Δεν του έχουν βάλει ποτέ όρια; Νέοι γονείς», είπε κάποιος.
«Μήπως είναι αυτιστικό;» αναρωτήθηκε ένας άλλος.
Η μητέρα πάλευε ανάμεσα στο να διαχειριστεί το παιδί της και να αντιμετωπίσει και τα δύσκολα συναισθήματα που της δημιουργούσαν οι ματιές και τα σχόλια των άλλων.
Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, άνθρωποι που δεν γνώριζαν απολύτως τίποτα για το παιδί ή την οικογένειά του είχαν ήδη ασκήσει κριτική στο παιδί και τη μητέρα και είχαν καταλήξει σε δύο εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα. Και όπως σχεδόν πάντα, η αλήθεια είναι πολύ πιο σύνθετη, όπως εμείς και οι ζωές μας.
Γράφει η Δανάη Βασιλική Δεληπάλα
Μαθήτρια Α' Λυκείου της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής
Η συμπεριφορά ενός παιδιού είναι ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνεί τις ανάγκες, τις δυσκολίες και τα συναισθήματά του. Το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να προκύπτει από εντελώς διαφορετικές αιτίες.
Ένα παιδί μπορεί να δυσκολεύεται να διαχειριστεί την απογοήτευση επειδή δεν έχει μάθει ακόμη να αντέχει το «όχι», τη ματαίωση. Ένα άλλο μπορεί να βιώνει αισθητηριακή υπερφόρτωση, έντονο άγχος ή δυσκολίες στην αυτορρύθμιση λόγω μιας νευροαναπτυξιακής διαφοράς, όπως ο αυτισμός ή η ΔΕΠΥ.
Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις όπου οι δύο αυτοί παράγοντες συνυπάρχουν.
Ίσως το αγόρι του σούπερ μάρκετ δυσκολευόταν να αποδεχθεί ότι δεν θα αγόραζε αυτό που ήθελε και βρισκόταν αντιμέτωπο με τη ματαίωση. Ίσως, όμως, είχε ενοχληθεί από τα έντονα φώτα, τους θορύβους και την πολυκοσμία του καταστήματος, με αποτέλεσμα να χάσει προσωρινά την ικανότητά του να αυτορρυθμιστεί. Ίσως, ακόμη, να συνέβαιναν και τα δύο ταυτόχρονα. Χωρίς να γνωρίζουμε την ιστορία του παιδιού, κάθε συμπέρασμα παραμένει απλώς μια υπόθεση.
Όρια και νευροδιαφορετικότητα: δύο διαφορετικές πραγματικότητες
Τα τελευταία χρόνια γίνεται ολοένα και περισσότερη συζήτηση για τη νευροδιαφορετικότητα, κάτι ιδιαίτερα θετικό, καθώς περισσότεροι άνθρωποι αναγνωρίζουν ότι κάθε εγκέφαλος λειτουργεί διαφορετικά. Παράλληλα, όμως, έχει αρχίσει να εμφανίζεται και μια άλλη τάση: κάθε έντονη συμπεριφορά να αποδίδεται αυτόματα σε κάποια νευροαναπτυξιακή διαφορά. Από την άλλη πλευρά, εξακολουθεί να υπάρχει και η αντίθετη πεποίθηση: ότι όλα οφείλονται στην έλλειψη ορίων και ότι «ένα πιο αυστηρό μεγάλωμα» θα έλυνε κάθε δυσκολία.
Τα όρια δεν είναι τιμωρία. Δεν είναι φωνές ούτε αυστηρότητα. Είναι η σταθερότητα, η συνέπεια και η προβλεψιμότητα που βοηθούν ένα παιδί να αισθάνεται ασφαλές. Μέσα από σαφή και σταθερά όρια, τα παιδιά μαθαίνουν σταδιακά να διαχειρίζονται την απογοήτευση, να περιμένουν τη σειρά τους, να σέβονται τους άλλους και να ρυθμίζουν τη συμπεριφορά τους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα όρια από μόνα τους μπορούν να λύσουν κάθε δυσκολία.
Ένα παιδί με ΔΕΠΥ μπορεί να γνωρίζει πολύ καλά τους κανόνες, αλλά να δυσκολεύεται να αναστείλει μια παρορμητική αντίδραση.
Ένα παιδί στο φάσμα του αυτισμού μπορεί κάποιες φορές να καταρρεύσει μέσα σε ένα θορυβώδες περιβάλλον, όχι επειδή «κακομαθαίνει», αλλά όταν τα αισθητηριακά ερεθίσματα ξεπεράσουν τις δυνατότητες του νευρικού του συστήματος να τα επεξεργαστεί. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα όρια παραμένουν απαραίτητα, όμως χρειάζονται διαφορετικό τρόπο εφαρμογής, μεγαλύτερη κατανόηση και εξατομικευμένες στρατηγικές υποστήριξης.
Αντίστοιχα, ένα παιδί χωρίς κάποια νευροαναπτυξιακή διαφορά μπορεί να δυσκολεύεται σημαντικά να αποδεχθεί τη ματαίωση, όταν δεν έχει μάθει ότι το «όχι» αποτελεί φυσικό μέρος της καθημερινότητας. Η απουσία σταθερών ορίων μπορεί να οδηγήσει σε συμπεριφορές που εξωτερικά μοιάζουν με δυσκολίες αυτορρύθμισης, χωρίς όμως η αιτία να είναι η ίδια.
Είναι σημαντικό επίσης να θυμόμαστε ότι μια κατάρρευση (meltdown) δεν είναι το ίδιο με ένα ξέσπασμα επειδή το παιδί θέλει να αποκτήσει αυτό που επιθυμεί. Στην πρώτη περίπτωση το νευρικό σύστημα έχει φτάσει στα όριά του, ενώ στη δεύτερη η συμπεριφορά συνδέεται περισσότερο με τη διαχείριση μιας επιθυμίας ή μιας ματαίωσης. Εξωτερικά μπορεί να μοιάζουν πολύ, όμως οι αιτίες τους είναι διαφορετικές.
Ίσως, λοιπόν, το σημαντικότερο μάθημα είναι ότι η συμπεριφορά δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως διάγνωση. Ούτε η έντονη αντίδραση σημαίνει απαραίτητα νευροδιαφορετικότητα, ούτε η νευροδιαφορετικότητα σημαίνει έλλειψη ορίων.
Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη από ό,τι φαίνεται με μια πρώτη ματιά.
Ως κοινωνία, ίσως χρειάζεται να αντικαταστήσουμε την κριτική, τη βιασύνη να εξηγήσουμε τα πάντα (και συχνά να επικρίνουμε), με την προθυμία να κατανοήσουμε. Να αφήσουμε στην άκρη τις εύκολες ετικέτες και να θυμόμαστε ότι πίσω από κάθε παιδί υπάρχει μια οικογένεια, μια ιστορία που δεν γνωρίζουμε.
Ίσως, τελικά, το πιο χρήσιμο που μπορούμε να κάνουμε όταν βλέπουμε μια τέτοια σκηνή δεν είναι να αναρωτηθούμε «τι φταίει», αλλά «τι μπορεί να συμβαίνει». Να θυμηθούμε ότι η συμπεριφορά είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου και ότι όσα βλέπουμε δεν είναι ποτέ ολόκληρη την ιστορία.
Γιατί πίσω από κάθε παιδί υπάρχει ένας άνθρωπος που προσπαθεί να επικοινωνήσει μια ανάγκη και πίσω από κάθε γονιό υπάρχει μια ιστορία που εμείς δεν γνωρίζουμε.
Και ίσως λίγη περισσότερη κατανόηση και ενσυναίσθηση να είναι τελικά πιο χρήσιμη από μια ακόμη βιαστική διάγνωση ή μια εύκολη κριτική.