Γράφει η Δανάη Βασιλική Δεληπάλα
Μαθήτρια Α' Λυκείου στο Λύκειο της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής
Πρόκειται για το σχολικό συγκρότημα στην οδό Αρχαιοτήτων 3, στην Παναγία Φανερωμένη, στα όρια της παλιάς Καλλιθέας Θεσσαλονίκης. Εκεί στεγάζεται το 59ο Δημοτικό Σχολείο Θεσσαλονίκης, ένα σχολείο που για την οικογένειά μου έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά. Είναι το σχολείο όπου φοίτησαν η μητέρα και η θεία μου, το σχολείο για το οποίο άκουγα ιστορίες από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου.
Στην ίδια αυλή, όπου συστεγάζονταν το 59ο και το 61ο Δημοτικό Σχολείο, λειτουργούσε, σύμφωνα με τις μαρτυρίες της μητέρας και της θείας μου, το σχολείο που αργότερα έγινε το 2ο Ειδικό Δημοτικό Σχολείο Θεσσαλονίκης, σε μια άλλη περιοχή. Μια συνύπαρξη που, για τα δεδομένα της εποχής, υπήρξε ιδιαίτερα πρωτοποριακή.
Όταν η συμπερίληψη γεννιόταν στο διάλειμμα
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, η Ειδική Αγωγή στην Ελλάδα βρισκόταν ακόμη στα πρώτα της βήματα. Οι υποδομές ήταν περιορισμένες και, σε πολλές περιπτώσεις, ειδικά σχολεία στεγάζονταν σε χώρους γενικών σχολείων, μέχρι να αποκτήσουν τις δικές τους εγκαταστάσεις. Έτσι, στην αυλή του 59ου Δημοτικού, παιδιά με και χωρίς αναπηρία μοιράζονταν καθημερινά τον ίδιο χώρο, το ίδιο διάλειμμα και τις ίδιες παιδικές στιγμές.
Δεν υπήρχαν οργανωμένα προγράμματα ευαισθητοποίησης, ούτε διεπιστημονικές ομάδες και οι σύγχρονες παιδαγωγικές πρακτικές που θεωρούμε σήμερα απαραίτητες. Υπήρχε όμως η καθημερινή επαφή. Και πολλές φορές, αυτή αρκούσε για να γεννήσει τον σεβασμό και την αποδοχή.
Η μητέρα μου θυμάται:
«Για εμάς, τα παιδιά του Δημοτικού, το να βλέπουμε κάθε μέρα τα παιδιά του Ειδικού στην αυλή, να παίζουμε δίπλα-δίπλα και να βοηθάει ο ένας τον άλλον, ήταν η κανονική μας ζωή. Δεν μας φαινόταν τίποτα περίεργο. Δεν υπήρχε φόβος ούτε λύπηση· ήταν απλώς οι συμμαθητές μας από το διπλανό κτίριο.»
Χρόνια αργότερα, επιλέγοντας και η ίδια να γίνει εκπαιδευτικός, κοιτάζει εκείνες τις αναμνήσεις με διαφορετική ματιά, του ενήλικα παιδαγωγού. Με έννοιες που τότε, ως παιδί, ούτε γνώριζε ούτε χρειαζόταν να γνωρίζει.
Η Μαρία ήταν απλώς η Μαρία, ένα παιδί στο φάσμα του αυτισμού και ο Τάσος, απλά ο αγαπημένος της φίλος και όχι ένα παιδί με νοητική αναπηρία. Δεν υπήρχαν «όροι και λέξεις» που να καθορίζουν τις σχέσεις των παιδιών.
Όπως λέει η ίδια:
«Ξέραμε πως η Μαρία είχε στιγμές δυσκολίας που εκδηλώνονταν έντονα, πως ο Αντρέας χρειαζόταν περισσότερο χρόνο, πως η Γωγώ δεν μιλούσε αλλά γελούσε συνέχεια δυνατά. Με το παιδικό μας ένστικτο καταλαβαίναμε τι χρειαζόταν κάθε φορά. Άλλοτε φωνάζαμε έναν μεγάλο, άλλοτε κάναμε λίγο χώρο κι άλλοτε δείχναμε το παιχνίδι με πράξεις αντί με λόγια.»
Τόσο η μητέρα μου όσο και η θεία μου θυμούνται εκείνα τα χρόνια με μία μόνο λέξη: φυσικότητα. Χαρά, παρέα, αποδοχή.
Βέβαια, αν δούμε σήμερα εκείνη την πραγματικότητα μέσα από το πρίσμα της σύγχρονης επιστημονικής γνώσης, είναι βέβαιο πως υπήρχαν σοβαρές ελλείψεις και δυσκολίες. Ωστόσο, εκείνο που έχει μείνει ανεξίτηλο στη μνήμη τους είναι ότι η διαφορετικότητα δεν αντιμετωπιζόταν ως κάτι ξένο. Ήταν κομμάτι της καθημερινότητάς τους.
Οι δυσκολίες πίσω από τη συνύπαρξη
Η ανθρώπινη πλευρά αυτής της ιστορίας δεν αναιρεί τις πραγματικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε το σχολείο. Το κτίριο της οδού Αρχαιοτήτων δεν είχε σχεδιαστεί για να εξυπηρετεί παιδιά με κινητικές ή άλλες αναπηρίες. Σκάλες, στενοί διάδρομοι, έλλειψη προσβάσιμων χώρων υγιεινής και ακατάλληλες υποδομές δυσκόλευαν καθημερινά τόσο τους μαθητές όσο και τους εκπαιδευτικούς.
Για χρόνια, γονείς και δάσκαλοι διεκδίκησαν το αυτονόητο: ένα σύγχρονο, ασφαλές και πλήρως προσβάσιμο σχολικό περιβάλλον. Το αίτημά τους δικαιώθηκε, όταν ιδρύθηκε το 2ο Ειδικό Δημοτικό Σχολείο Θεσσαλονίκης και μεταφέρθηκε σε νέο, αυτόνομο κτίριο σε άλλη περιοχή, όπου σήμερα διαθέτει σύγχρονες υποδομές, εξειδικευμένους χώρους και επιστημονική ομάδα που στηρίζει ολιστικά τους μαθητές του.
Μια αυλή που άφησε το αποτύπωμά της
Σήμερα μιλάμε συχνά για τη συμπερίληψη, την αποδοχή και την ενσυναίσθηση. Σχεδιάζουμε δράσεις, οργανώνουμε ημερίδες και αναζητούμε τρόπους ώστε τα παιδιά να αποδέχονται τη διαφορετικότητα, να έχουν ενσυναίσθηση και να μεγαλώνουν χωρίς διακρίσεις, στερεότυπα και προκαταλήψεις.
Κι όμως, πολλές δεκαετίες πριν, σε μια παλιά αυλή της Θεσσαλονίκης, η αποδοχή συνέβαινε αυθόρμητα. Ίσως τελικά η συμπερίληψη πέρα από τους νόμους, τα προγράμματα ή τις θεωρίες, να χρειάζεται και απλές καθημερινές στιγμές συνύπαρξης, μια κοινή αυλή, ένα παιχνίδι στο διάλειμμα, μια καθημερινότητα όπου κανένα παιδί δεν είναι «ο άλλος». Αν θέλουμε μια κοινωνία πιο ανοιχτή, πιο δίκαιη και πιο ανθρώπινη, ίσως αξίζει να δημιουργήσουμε περισσότερες τέτοιες αυλές. Γιατί εκεί μεγαλώνουν παιδιά που μαθαίνουν να βλέπουν πρώτα τον άνθρωπο και μετά τη διαφορετικότητα.