Γράφει η Μαριάντα ΚατσίναΚοινωνική Λειτουργός
Σήμερα δεν εμφανίζεται πάντα με προσβολές ή ξεκάθαρη απόρριψη. Δεν είναι απαραίτητα το "μη κάνεις παρέα με αυτόν". Είναι κάτι πιο ήσυχο, πιο κοινωνικά αποδεκτό ίσως και πιο δύσκολο να το εντοπίσεις. Είναι η μικρή αμηχανία όταν κάποιος λέει ότι ξεκίνησε ψυχοθεραπεία, είναι η φράση "όλοι έχουμε άγχος, δεν είναι κάτι". Είναι η ιδέα ότι η ψυχική δυσκολία γίνεται αποδεκτή μόνο όταν δεν επηρεάζει την καθημερινή λειτουργικότητα. Έτσι, δημιουργείται ένα παράδοξο: η κοινωνία να υποστηρίζει την ψυχική υγεία και ταυτόχρονα να δυσκολεύεται να την δεχτεί στην πραγματική της μορφή — με τις διακυμάνσεις της, τις παύσεις της και τις αδυναμίες της.
Το πιο επικίνδυνο κομμάτι όμως δεν είναι οι άλλοι, είναι μέσα σου. Αρχίζεις να σκέφτεσαι: "μήπως υπερβάλλω;", "οι άλλοι τα καταφέρνουν, εγώ γιατί όχι;", "αν το πω, θα με δουν αλλιώς". Έτσι η σιωπή γίνεται επιλογή, όχι γιατί δεν έχεις την ανάγκη να μιλήσεις αλλά γιατί έχεις μάθει ότι είναι πιο ασφαλές να μην το κάνεις. Αυτό είναι το λεγόμενο εσωτερικευμένο στίγμα, όταν δηλαδή οι κοινωνικές αντιλήψεις μένουν απ' έξω, αλλά γίνονται κομμάτι της δικής σου σκέψης και αρχίζουν να επηρεάζουν το πώς αντιλαμβάνεσαι τον εαυτό σου.
Ζούμε σε μια εποχή όπου, αν και η ψυχική υγεία έχει γίνει πιο ορατή από ποτέ, δεν είναι πάντα αποδεκτή. Ακόμα και σήμερα, η κοινωνία συνδέει συχνά την αξία του ανθρώπου με το πόσο λειτουργικός και παραγωγικός είναι. Και όταν κάποιος βγαίνει προσωρινά ή μόνιμα από αυτό το πλαίσιο, η αποδοχή αρχίζει να γίνεται πιο εύθραυστη. Έτσι, το στίγμα δεν εμφανίζεται μέσω της απόρριψης, αλλά μέσω υπαινιγμών και "καλών προθέσεων". Και κάπως έτσι, ο άνθρωπος μαθαίνει να φιλτράρει τον εαυτό του πριν μιλήσει, να σκέφτεται τι μπορεί να πει, πού και σε ποιον.
Το στίγμα στην ψυχική υγεία δεν έχει εξαφανιστεί. Έχει απλώς μεταμορφωθεί. Δεν αποκλείει πάντα, επηρεάζει όμως τη συμπεριφορά. Δεν απαγορεύει την συζήτηση αλλά περιορίζει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται. Ίσως η πραγματική πρόοδος δεν είναι απλά να μιλάμε για την ψυχική υγεία, είναι να μπορεί κάποιος να πει "δεν είμαι καλά" χωρίς να φοβάται ότι θα κριθεί ή ότι θα πρέπει να το δικαιολογήσει. Μόνο τότε θα μπορούμε να πούμε ότι το στίγμα έχει πραγματικά αρχίσει να υποχωρεί.