Μετά τη διάγνωση: Χτίζοντας δύναμη προσαρμογής
Η προσαρμογή σε μια νέα πραγματικότητα είναι μια σύνθετη διαδικασία που απαιτεί χρόνο, υποστήριξη και τους κατάλληλους πόρους.
Μια διάγνωση ή η εμφανιση μιας αναπηρίας μπορεί αρχικά να βιωθεί ως κρίση, ιδιαίτερα όταν έρχεται ξαφνικά ή αλλάζει σημαντικα την καθημερινότητα του ατόμου. Είναι φυσιολογικό να εμφανιστούν συναισθήματα όπως φόβος, θλίψη, θυμός ή αβεβαιότητα. Παράλληλα οι αλλαγές αυτές μπορεί να επηρεάσουν την εικόνα που έχει κάποιος για τον εαυτό του, την αυτοπεποίθησή του, τις σχέσεις του και τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχει στην κοινωνική ζωή.
Γράφει η Μαρία Ζούζουλα, Φιλόλογος, Φοιτήτρια Τμήματος Ψυχολογίας, Εκπαιδευόμενη σε Συμβουλευτικές και Ψυχοθεραπευτικές Προσεγγίσεις

Ωστόσο, συχνά οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με στερεότυπα ή προκαταλήψεις που δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την προσαρμογή τους. Η προσαρμογή αυτή ,πέρα από τη διαχείριση δυσκολιων, αφορά και την ανακάλυψη νέων τρόπων να ζει κανείς με νόημα ,να διατηρεί σχέσεις,να συμμετέχει στη κοινότητα και να αισθάνεται οτι διατηρεί τον έλεγχο και σκοπό της ζωής του. Με άλλα λόγια, η ποιότητα ζωής δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τη διάγνωση ή την αναπηρία, αλλά και από την υποστήριξη, τις ευκαιρίες συμμετοχής και τους προσωπικούς πόρους που διαθέτει το άτομο.
Ένα απο τα πιο γνωστά μοντέλα προσαρμογής στην αναπηρία προτάθηκε απο τη Nancy Kerr, η οποία περιέγραψε 5 πιθανά στάδια που μπορεί να βιώσει ένα άτομο μετά από μια διάγνωση ή μια σημαντική αλλαγή στην υγεία:
- το σοκ,
- την προσδοκία ανάρρωσης,
- το πένθος,
- τους μηχανισμούς άμυνας και
- την προσσαρμογή.
Εντούτοις, η προσαρμογή δεν είναι μια διαδικασία άκρως γραμμική καθώς τα στάδια μπορούν να έχουν διαφορετική σειρα, κάποια να παραλειφθούν ή/και να υπάρξουν παλλινδρομήσεις σε καταστασεις, σαν μπρός πίσω.
Ανεξάρτητα από το πώς βιώνει κάθε άνθρωπος τη διαδικασία προσαρμογής,προκύπτει οτι η πορεία αυτή δε χρειάζεται να διανύεται χωρίς υποστήριξη. Η συμβουλευτική μπορεί να αποτελέσει έναν πολύτιμο πόρο τόσο για τα ίδια τα άτομα με αναπηρία, οσο και για τις οικογένειες και τους φροντιστές τους που καλούνται να αντιμετωπίσουν συχνά σημαντικές συναισθηματικές ,πρακτικές και κοινωνικές προκλήσεις.
Όπου είναι εφικτό και προσαρμοσμένο στις ανάγκες και τις δυνατότητες του ατόμου, η συμβουλευτική μπορεί να προσφέρει έναν ασφαλή χώρο έκφρασης συναισθημάτων, επεξεργασίας της διάγνωσης και ενίσχυσης της αυτονομίας και της αυτοεκτίμησης.
Παράλληλα, σημαντικό ρόλο μπορεί να έχει και η συμβουλευτική προς την οικογένεια ή τους φροντιστές, οι οποίοι συχνά βιώνουν έντονο άγχος, συναισθηματική επιβάρυνση και αυξημένες ευθύνες στην καθημερινότητά τους.
Η διεθνής βιβλιογραφία δείχνει οτι οι οικογενειακοί φροντιστές ατομων με αναπηρία ή χρόνια προβλήματα υγείας μπορεί να εμφανίσουν αυξημένα σημάδια κόπωσης σε ψυχικό και σωματικό επίπεδο, άγχος, κοινωνική απομόνωση και επιβαρυνση της δικής τους υγείας.
Γι' αυτό το λόγο η υποστήριξη των φροντιστών δεν αποτελεί μόνο φροντίδα για τους ίδιους, αλλά και σημαντικό παράγοντα για την ποιότητα ζωής σε ολόκληρη την οικογένεια.
Τελικά, η διάγνωση μπορεί να αλλάξει πολλές πλευρές της ζωής ενός ανθρώπου, δεν καθορίζει όμως από μόνη της την πορεία του. Η προσαρμογή είναι μια προσωπική διαδικασία που χρειάζεται χρόνο, υποστήριξη και κατανόηση. Η ύπαρξη κατάλληλων δικτύων φροντίδας, συμβουλευτικής και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης μπορεί να βοηθήσει τόσο το ίδιο το άτομο όσο και τους ανθρώπους που βρίσκονται δίπλα του να συνεχίσουν να χτίζουν μια ζωή με νόημα, σχέσεις και ενεργή συμμετοχή στη κοινότητα εν γένει.